Every morning, every night
mourning building a wave
drinking rotten dreams of the light
what a shame to be born
what a waste
When I address to all the sick
being unable to pick up the pace
all things about them are so weak
what a shame they don't understand
what a waste
All of you as I deceive
laughing inside this no good grave
and as a satyr I often freak
with you that think I'm still alive
what a shame
Sunday, January 17, 2010
DEAD
Something exists within the stagnant water
a charm inside the newly burnt forest
an attribute in that specific feather
the wind has broken being audacious modest
Such an inhuman feeling I brood
with every kind of decay
the darkest milk as fever's proof
opposite cheerfulness to nature's play
It must be feeding something I ignore
that may once come bathe into the light
the incubus people I strongly loathe
thus putting my soul in public sight
So pull me dead into my christening
in a distant port of my never
maybe I'll find my self comfortably sitting
inside the city of big ideas forever
a charm inside the newly burnt forest
an attribute in that specific feather
the wind has broken being audacious modest
Such an inhuman feeling I brood
with every kind of decay
the darkest milk as fever's proof
opposite cheerfulness to nature's play
It must be feeding something I ignore
that may once come bathe into the light
the incubus people I strongly loathe
thus putting my soul in public sight
So pull me dead into my christening
in a distant port of my never
maybe I'll find my self comfortably sitting
inside the city of big ideas forever
ETERNAL FALLING
Forgotten on a freezing sun
Sinking into a godless storm
where a lovesick dying man
survives by hopping in his home
With crutches made by a ghost of youth
and leader the strangest curse
guarding our first fall off the roof
pierced in pain by a quality scarce
I wish I'd die by a soldier death
getting erased from the bitter files
willing to rescue my fame that's left
fooled to be one of the knights
Sinking into a godless storm
where a lovesick dying man
survives by hopping in his home
With crutches made by a ghost of youth
and leader the strangest curse
guarding our first fall off the roof
pierced in pain by a quality scarce
I wish I'd die by a soldier death
getting erased from the bitter files
willing to rescue my fame that's left
fooled to be one of the knights
Sunday, February 22, 2009
Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΑΣΦΥΞΙΑ
Χοροπηδάς χλομέ αδύνατε ανθρωπάκο
χρώματα κι αγάπη μ' ερωτικές μελωδίες
ίσοι και διαφορετικοί στο κάτω κάτω
καθώς θνήσκω για σένα ολ' αταξίες
Όλοι μαζί, ακόμη πιο πολλοί
υποτελείς σ' ένα χορευτικό σόλο
μαύρου καλλιτέχνη με πλούσιο μαλλί
μοιραία στοιβαγμένοι στο δημοκρατικό μας θόλο
Κι αν χρειαστεί ρομαντικά σκληροί
θα διαιωνίσουμε με λευτεριά το είδος
σαν πάχνη ανήλεα πυκνή
να σκεπάζει το μάτι της γης
καθείς ένας επαγγελματίας ήχος
ένα λάθος στη θέση της σιωπής
Με όμορφα μαλλιά και άσπρα δόντια,
πολλά λεφτά κι ανθρώπινα δικαιώματα...
χρώματα κι αγάπη μ' ερωτικές μελωδίες
ίσοι και διαφορετικοί στο κάτω κάτω
καθώς θνήσκω για σένα ολ' αταξίες
Όλοι μαζί, ακόμη πιο πολλοί
υποτελείς σ' ένα χορευτικό σόλο
μαύρου καλλιτέχνη με πλούσιο μαλλί
μοιραία στοιβαγμένοι στο δημοκρατικό μας θόλο
Κι αν χρειαστεί ρομαντικά σκληροί
θα διαιωνίσουμε με λευτεριά το είδος
σαν πάχνη ανήλεα πυκνή
να σκεπάζει το μάτι της γης
καθείς ένας επαγγελματίας ήχος
ένα λάθος στη θέση της σιωπής
Με όμορφα μαλλιά και άσπρα δόντια,
πολλά λεφτά κι ανθρώπινα δικαιώματα...
Monday, August 18, 2008
ΩΤΟΑΣΠΙΔΕΣ
Όλα μιλάνε στην απόλυτη ησυχία
ακούς φωνές αγωνιούσες και πηχτές
μέσα στην κέρινη σιωπή όλα είναι λεία
όλα αναλύονται σε αυστηρές γραμμές
Υπάρχουν τόσες άγνωστες φωνές
που ωριμάζουνε κρυμμένες μες τους τοίχους
καθώς ζυμώθηκαν βγαίνουν πριονωτές
ψέλνοντας όλες τους επιθανάτιους ήχους
Ακούει το ξύλο σαν μιλάει το γυαλί
το φως κραυγάζει όλα κοντά του να 'ρθουν
και τα υφάσματα ρουφάνε τη φωνή
που μες τα χρώματα μετά επισυνάπτουν
Όμως στη μαύρη τη σιωπή ως πιο σωστό
ο εαυτός σου έρχεται, κουτσαίνει από τη λήθη
επίσημα συστήνεται στο σώμα αφεντικό
και για διάλογο ορθό εσένα πάντα πείθει
ακούς φωνές αγωνιούσες και πηχτές
μέσα στην κέρινη σιωπή όλα είναι λεία
όλα αναλύονται σε αυστηρές γραμμές
Υπάρχουν τόσες άγνωστες φωνές
που ωριμάζουνε κρυμμένες μες τους τοίχους
καθώς ζυμώθηκαν βγαίνουν πριονωτές
ψέλνοντας όλες τους επιθανάτιους ήχους
Ακούει το ξύλο σαν μιλάει το γυαλί
το φως κραυγάζει όλα κοντά του να 'ρθουν
και τα υφάσματα ρουφάνε τη φωνή
που μες τα χρώματα μετά επισυνάπτουν
Όμως στη μαύρη τη σιωπή ως πιο σωστό
ο εαυτός σου έρχεται, κουτσαίνει από τη λήθη
επίσημα συστήνεται στο σώμα αφεντικό
και για διάλογο ορθό εσένα πάντα πείθει
ΣΥΓΓΕΝΙΚΗ ΑΠΩΛΕΙΑ
Κηδεύουμε απόψε στις εννιά
τον ύστερο αδερφό μου Φόβο
δεν έζησε πολύ μα τράφηκε σωστά
κι ήταν τόσο τρανός μι' ανάσα πριν πεθάνει...
Μαζί περάσαμε πολλά
στην πρωινή μου νιότη
Μαζί πηγαίναμε σχολειό
Μαζί στις πρώτες γνώσεις
Μονάχα όταν έπαιζα αυτός
αλάργα αποτραβιώταν
Υπήρξε διακριτικός, δίπλα μου τον ξεχνούσα
παρ' όλ' αυτά όμως δυνατός
Πολλές φορές τον αδικούσα
διότι υπήρξε εντέλει προστατευτικός
Όμως σαν πέρναγε ο καιρός
στα ενήλικα μου χρόνια
τον βρήκε γήρας
Έγινε ολίγων ενοχλητικός
κι όλο πιο λίγο του μιλούσα
Μαράζι το 'χω τώρα πια
καθώς το μάρμαρο του βλέπω
θαρρώ πως φταίω κι εγώ
γι' αυτόν τον πρόωρο χαμό του
καθώς σιχάθηκα να ζω
περιφερόμενος παντού με τον σταυρό του
τον ύστερο αδερφό μου Φόβο
δεν έζησε πολύ μα τράφηκε σωστά
κι ήταν τόσο τρανός μι' ανάσα πριν πεθάνει...
Μαζί περάσαμε πολλά
στην πρωινή μου νιότη
Μαζί πηγαίναμε σχολειό
Μαζί στις πρώτες γνώσεις
Μονάχα όταν έπαιζα αυτός
αλάργα αποτραβιώταν
Υπήρξε διακριτικός, δίπλα μου τον ξεχνούσα
παρ' όλ' αυτά όμως δυνατός
Πολλές φορές τον αδικούσα
διότι υπήρξε εντέλει προστατευτικός
Όμως σαν πέρναγε ο καιρός
στα ενήλικα μου χρόνια
τον βρήκε γήρας
Έγινε ολίγων ενοχλητικός
κι όλο πιο λίγο του μιλούσα
Μαράζι το 'χω τώρα πια
καθώς το μάρμαρο του βλέπω
θαρρώ πως φταίω κι εγώ
γι' αυτόν τον πρόωρο χαμό του
καθώς σιχάθηκα να ζω
περιφερόμενος παντού με τον σταυρό του
Monday, March 31, 2008
ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΑΔΕΙΟΙ
Άδειοι μ' ελαφρύ κεφάλι
ανοικτοί, φρικτά κενοί
απόμακροι στη μουσική
ποζάρουν σαν άδεια φιάλη
Κομμάτια λευκά του αφρού
έρμαια του κάθε ανέμου
καπνός σακατεμένου τρένου
νεκρά φυτά του αγρού
Ψεύτικο τ' αμπαλάζ της σάρκας
ψημένο στην ανία της ζωής
πανωφόρι ανύπαρκτης ψυχής
μπάλωμα στην τρύπα κάθε βάρκας
Ανίκανοι για κάθε τελετή
υπάλληλοι δακρύβρεχτου γραφείου
σωριάζονται στην άκρη του κτιρίου
για σύνταξη να πάρουν μι' αρετή
ανοικτοί, φρικτά κενοί
απόμακροι στη μουσική
ποζάρουν σαν άδεια φιάλη
Κομμάτια λευκά του αφρού
έρμαια του κάθε ανέμου
καπνός σακατεμένου τρένου
νεκρά φυτά του αγρού
Ψεύτικο τ' αμπαλάζ της σάρκας
ψημένο στην ανία της ζωής
πανωφόρι ανύπαρκτης ψυχής
μπάλωμα στην τρύπα κάθε βάρκας
Ανίκανοι για κάθε τελετή
υπάλληλοι δακρύβρεχτου γραφείου
σωριάζονται στην άκρη του κτιρίου
για σύνταξη να πάρουν μι' αρετή
Sunday, March 16, 2008
ΚΩΜΩΔΙΑ
Σε βλέπω κάθε πρόστυχη αυγή
ορθώνεσαι και στέκεις μέσα σ' όλα
στα κύτταρα ανθρώπων ατυχών
ακμάζεις μες σε δέντρα φυλλοβόλα
ν' αρπάζεις τη στιγμή απ' τα μαλλιά
να γίνεσαι βασίλισσα των πάντων
να χτίζεις της συνείδησης σκαλιά
διαβαίνοντας με βήματα ελεφάντων
Σε βρίσκω εις εμένα εξ' αρχής
αιώνια και θεία Κωμωδία
απόρροια εσύ της παρακμής
καλούμενη επίσης Αληθεία
ορθώνεσαι και στέκεις μέσα σ' όλα
στα κύτταρα ανθρώπων ατυχών
ακμάζεις μες σε δέντρα φυλλοβόλα
ν' αρπάζεις τη στιγμή απ' τα μαλλιά
να γίνεσαι βασίλισσα των πάντων
να χτίζεις της συνείδησης σκαλιά
διαβαίνοντας με βήματα ελεφάντων
Σε βρίσκω εις εμένα εξ' αρχής
αιώνια και θεία Κωμωδία
απόρροια εσύ της παρακμής
καλούμενη επίσης Αληθεία
ΑΝΥΔΡΗ ΠΑΡΑΛΙΑ
Τα πόδια μου κοφτά
στην αμμουδιά χωμένα
μυριάδες μες το κόκκαλο
τσιμπήματα ισχνά
απ' άγνωστα πειράγματα
ενδόπυρα κεριά.
Μαύρη βουή ολόγυρα
παντού φως ξεψυχά.
Μ' ένα άρρωστο αντιφέγγισμα
στ' ανίδεα πρόσωπά μας,
ερμητικά κουφό
γύρω μας το τοπίο,
μια μόνιμη παραίσθηση
στην κεφαλή σου φύτρωσε
σατανικό λοφίο.
Ζητώντας ν' αποφύγουμε
την παγερή ανία
παράκαιρα καήκαμε
σ' άνυδρη παραλία.
στην αμμουδιά χωμένα
μυριάδες μες το κόκκαλο
τσιμπήματα ισχνά
απ' άγνωστα πειράγματα
ενδόπυρα κεριά.
Μαύρη βουή ολόγυρα
παντού φως ξεψυχά.
Μ' ένα άρρωστο αντιφέγγισμα
στ' ανίδεα πρόσωπά μας,
ερμητικά κουφό
γύρω μας το τοπίο,
μια μόνιμη παραίσθηση
στην κεφαλή σου φύτρωσε
σατανικό λοφίο.
Ζητώντας ν' αποφύγουμε
την παγερή ανία
παράκαιρα καήκαμε
σ' άνυδρη παραλία.
Thursday, March 13, 2008
ΠΟΛΥΠΛΕΞΙΑ
Σωρός φωνές συνωστίζονται κι απορροφούν τον αέρα
μικροσκοπικοί τύραννοι που διεκδικούν το σύμπαν
ζητώντας το δικαίωμα να κάνουν τη ζωή σφαίρα
προσωπικών συναισθημάτων που μεταξύ τους είπαν
Μάταια προσπαθώ μια ομοιογένεια ν' ανακαλύψω
καθώς τραγικά κουτσαίνονται οι ελπίδες μου
θέλω με γυαλί τ' άλογα δάση να καλύψω
να κλείσω μέσα τις σωστές πατρίδες μου
Όλοι οι σύγχρονοι 'κύριοι' μιλούν για αφθονία
όμως εγώ βυζαίνω από το στήθος της παράνοιας
βλέποντας γύρω άσχημη, πρόχειρη αγωνία
χυδαίο χορό της καινής απόλυτης άγνοιας
μικροσκοπικοί τύραννοι που διεκδικούν το σύμπαν
ζητώντας το δικαίωμα να κάνουν τη ζωή σφαίρα
προσωπικών συναισθημάτων που μεταξύ τους είπαν
Μάταια προσπαθώ μια ομοιογένεια ν' ανακαλύψω
καθώς τραγικά κουτσαίνονται οι ελπίδες μου
θέλω με γυαλί τ' άλογα δάση να καλύψω
να κλείσω μέσα τις σωστές πατρίδες μου
Όλοι οι σύγχρονοι 'κύριοι' μιλούν για αφθονία
όμως εγώ βυζαίνω από το στήθος της παράνοιας
βλέποντας γύρω άσχημη, πρόχειρη αγωνία
χυδαίο χορό της καινής απόλυτης άγνοιας
ΟΜΗΡΙΚΟΣ ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ
Κάθε πρωί, κάθε βραδιά
θρηνώντας χτίζω κύμα
πίνοντας όνειρα παλιά.
Τι κρίμα να 'ρθω στη ζωή
Τι κρίμα
Κι όταν μιλώ σ' όλους αυτούς
που δε μπορούν να κάνουν βήμα
τους βλέπω σ' όλα τους μικρούς
Τι κρίμα, δεν κατανοούν
Τι κρίμα
Κι όλους εσάς που εξαπατώ
μέσ' απ΄αυτό το μνήμα
και σάτυρος συχνά γελώ
που με θαρρείτε ζωντανό
Τι κρίμα
θρηνώντας χτίζω κύμα
πίνοντας όνειρα παλιά.
Τι κρίμα να 'ρθω στη ζωή
Τι κρίμα
Κι όταν μιλώ σ' όλους αυτούς
που δε μπορούν να κάνουν βήμα
τους βλέπω σ' όλα τους μικρούς
Τι κρίμα, δεν κατανοούν
Τι κρίμα
Κι όλους εσάς που εξαπατώ
μέσ' απ΄αυτό το μνήμα
και σάτυρος συχνά γελώ
που με θαρρείτε ζωντανό
Τι κρίμα
ΕΠΙΚΛΗΣΗ ΣΤΟΝ ΑΡΗ
Μια τελευταία αναλαμπή
ο Άρης μου χρωστάει
πολλές φορές είδα δειλή
την άμυνα να σπάει
της κουρασμένης μου ζωής
Μια τελευταία αναλαμπή
ο Άρης μου χρωστάει
κι ας άφησ' άφθονη σιγή
το λόγο να μασάει
της ματωμένης μου κραυγής
Μια τελευταία αναλαμπή
ο Άρης μου χρωστάει
εχθροί μου γύρω μισητοί
μια φάρα που βρωμάει
αμόρφωτων μισής φυλής
Μια τελευταία αναλαμπή
στον πυρετό της μάχης
να σταυρωθούν όλ' οι αμνοί
δίκαιους φόνους να 'χεις
ο Άρης μου χρωστάει
πολλές φορές είδα δειλή
την άμυνα να σπάει
της κουρασμένης μου ζωής
Μια τελευταία αναλαμπή
ο Άρης μου χρωστάει
κι ας άφησ' άφθονη σιγή
το λόγο να μασάει
της ματωμένης μου κραυγής
Μια τελευταία αναλαμπή
ο Άρης μου χρωστάει
εχθροί μου γύρω μισητοί
μια φάρα που βρωμάει
αμόρφωτων μισής φυλής
Μια τελευταία αναλαμπή
στον πυρετό της μάχης
να σταυρωθούν όλ' οι αμνοί
δίκαιους φόνους να 'χεις
ΝΕΚΡΟΣ
Υπάρχει κάτι μες το στάσιμο νερό
μια θελκτικότητα στ΄αποκαμμένο δάσος
μια ιδιότητα σ' εκείνο το φτερό
π' άνεμος το 'σπασε μ' ένα χυδαίο θράσος
Είναι απάνθρωπο συναίσθημα αυτό
που εγκυμονώ με κάθε είδους Δύση
σαν μαύρο γάλα από άγιο πυρετό
σαν ευθυμία που αντιτίθεται στη φύση
Κάτι θα θρέφει που μάλλον αγνοώ
που ίσως κάποτε στο φως να 'ρθεί να λούσει
τους εφιαλτικούς ανθρώπους που μισώ
και την ψυχή μου κάθε κούτσουρο ν' ακούσει
Γι' αυτό λοιπόν νεκρός ας βαπτιστώ
σ' ένα απόμερο λιμάνι του ποτέ μου
μήπως μια νύχτα μες το βάλτο θρονιαστώ
της πόλης των μεγάλων ιδεών, σαν ήρωας πολέμου
μια θελκτικότητα στ΄αποκαμμένο δάσος
μια ιδιότητα σ' εκείνο το φτερό
π' άνεμος το 'σπασε μ' ένα χυδαίο θράσος
Είναι απάνθρωπο συναίσθημα αυτό
που εγκυμονώ με κάθε είδους Δύση
σαν μαύρο γάλα από άγιο πυρετό
σαν ευθυμία που αντιτίθεται στη φύση
Κάτι θα θρέφει που μάλλον αγνοώ
που ίσως κάποτε στο φως να 'ρθεί να λούσει
τους εφιαλτικούς ανθρώπους που μισώ
και την ψυχή μου κάθε κούτσουρο ν' ακούσει
Γι' αυτό λοιπόν νεκρός ας βαπτιστώ
σ' ένα απόμερο λιμάνι του ποτέ μου
μήπως μια νύχτα μες το βάλτο θρονιαστώ
της πόλης των μεγάλων ιδεών, σαν ήρωας πολέμου
ΗΜΕΡΑ ΡΟΥΤΙΝΑΣ
Σαν είδα φως ξεπήδησα
απ' το μικρό λαγούμι
στολίστηκα δροσοσταλιές, ξεκίνησα
σάπι' άνθη στο μπουντρούμι
Εμάζεψαν τα ματωμένα χέρια,
έν' άθλιο Γολγοθά ξεγέννησα
σαν έστυβα τ' απόμακρα αστέρια
σε μαύρα πυροδάκρυα επένδυσα
Κι έβαλα μπρος τη ροδαυγή
εκεί αλλόκοτος σταυρός κοιτούσε
με μια υπόγεια αναπνοή
σ' ένα κεφάλι που γυρνούσε
Μπόλιασα στάχτη στο στομάχι
κι έφτυσ΄ανίερη χολή
μι' άτυχη μούσα μες τη μάχη
πεσμένη άπ' άτακτη βολή
Ένας τρισύποπτος κλητήρας
μ' ανέβασε στην κορυφή της ράχης
κι εγώ εναπόθεσα τ' άνθη της μοίρας
στο μάρμαρο εν τάφο της αγάπης
απ' το μικρό λαγούμι
στολίστηκα δροσοσταλιές, ξεκίνησα
σάπι' άνθη στο μπουντρούμι
Εμάζεψαν τα ματωμένα χέρια,
έν' άθλιο Γολγοθά ξεγέννησα
σαν έστυβα τ' απόμακρα αστέρια
σε μαύρα πυροδάκρυα επένδυσα
Κι έβαλα μπρος τη ροδαυγή
εκεί αλλόκοτος σταυρός κοιτούσε
με μια υπόγεια αναπνοή
σ' ένα κεφάλι που γυρνούσε
Μπόλιασα στάχτη στο στομάχι
κι έφτυσ΄ανίερη χολή
μι' άτυχη μούσα μες τη μάχη
πεσμένη άπ' άτακτη βολή
Ένας τρισύποπτος κλητήρας
μ' ανέβασε στην κορυφή της ράχης
κι εγώ εναπόθεσα τ' άνθη της μοίρας
στο μάρμαρο εν τάφο της αγάπης
ΑΦΗΝΩ ΣΤΟ ΚΕΝΟ
Αφήνω στο κενό κληρονομιά σκυτάλη
αφού αποχωρώ μ' ένα σκυφτό κεφάλι
μόνο σ' αυτό χρωστώ μια προσφορά μεγάλη
(ένα σαράβαλο μυαλό σε στεγανό μπουκάλι)
Τρία άτυχα χρώματα ένα κέρινο χάδι
καρδιά απ' αναχώματα λίγων δακρύων λάδι
μελάνης τα καμώματα σε άφθονο σκοτάδι
αφού αποχωρώ μ' ένα σκυφτό κεφάλι
μόνο σ' αυτό χρωστώ μια προσφορά μεγάλη
(ένα σαράβαλο μυαλό σε στεγανό μπουκάλι)
Τρία άτυχα χρώματα ένα κέρινο χάδι
καρδιά απ' αναχώματα λίγων δακρύων λάδι
μελάνης τα καμώματα σε άφθονο σκοτάδι
ΕΡΩΤΑΣ
Εσύ πανούργα κι άμοιρη γυνή
την εποχή πριν από τους τιτάνες
σκαρφίστηκες θεό να φέρεις εις την γη
τον Έρωτα, τον στόλισες παιάνες
Η δύναμή σου ήθελε τροφή
κι εσύ θήρευσες αμβροσία
δεν είδες όμως την απότομη στροφή
που 'τρεφε τη δική σου αιχμαλωσία
Τώρα θρηνείς με δάκρυα θηλυκά
και λησμονείς εσύ τη μήτρα του υιού σου
η ίδια πρόσθεσες και πάλι τα δεσμά
φιγούρα τραγική του παιδικού μυαλού σου
την εποχή πριν από τους τιτάνες
σκαρφίστηκες θεό να φέρεις εις την γη
τον Έρωτα, τον στόλισες παιάνες
Η δύναμή σου ήθελε τροφή
κι εσύ θήρευσες αμβροσία
δεν είδες όμως την απότομη στροφή
που 'τρεφε τη δική σου αιχμαλωσία
Τώρα θρηνείς με δάκρυα θηλυκά
και λησμονείς εσύ τη μήτρα του υιού σου
η ίδια πρόσθεσες και πάλι τα δεσμά
φιγούρα τραγική του παιδικού μυαλού σου
ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ
Σε όνειρο με βρήκανε σπασμοί
μου ξύπνησαν μια δίψα ηρεμίας
σηκώθηκα με δάκρυα φρικτά
διάφορες φωνές σε μέτρο ανησυχίας
Τις έψαξα μα ένιωθα τυφλός
υπάλληλος σε τσίρκο αναπηρίας
να θλίβομαι από κλόουν εραστές
φιλόσοφος σε οίκους ευγηρίας
Τις έχτισα ως άλλου επιταγή
και μέτρησα μια ήττα στα σημεία
με χτύπησε μι' αφαίμαξη σιγής
σαν σάστισα απ' τη θεία ειρωνεία
μου ξύπνησαν μια δίψα ηρεμίας
σηκώθηκα με δάκρυα φρικτά
διάφορες φωνές σε μέτρο ανησυχίας
Τις έψαξα μα ένιωθα τυφλός
υπάλληλος σε τσίρκο αναπηρίας
να θλίβομαι από κλόουν εραστές
φιλόσοφος σε οίκους ευγηρίας
Τις έχτισα ως άλλου επιταγή
και μέτρησα μια ήττα στα σημεία
με χτύπησε μι' αφαίμαξη σιγής
σαν σάστισα απ' τη θεία ειρωνεία
ΩΔΗ ΣΕ ΜΙΑ ΘΕΑ
Σκυφτός πάνω απ' της ύπαρξης τον πάτο
τυφλός ανίερος ανθρωπάκος
εσένα ψηλαφίζω ω θεά πικρή των αθανάτων
Εσύ αφύσικα ψυχρή και φίνα λεία
αλήθεια απόλυτα γυμνή
μικρή αδερφή της ηδονής κομψή Μελαγχολία
Κρυφή της φύσης αιώνια χορηγός
πιστή εχθρός των αδυνάτων
όμως δική μου λύτρωση κι άριστος ουρανός
Σαν σύντροφος σε λάτρευα στα χιόνια
γλυκό νέκταρ θανάτου
σπονδές, σφαχτάρια όλα μου τα χρόνια
Εσύ για πάντα χθόνια
βασίλισσα σ' ανήκουστο παλάτι
πανέμορφη αιώνια
Ολύμπια ιέρεια της δύσης του εφιάλτη
τυφλός ανίερος ανθρωπάκος
εσένα ψηλαφίζω ω θεά πικρή των αθανάτων
Εσύ αφύσικα ψυχρή και φίνα λεία
αλήθεια απόλυτα γυμνή
μικρή αδερφή της ηδονής κομψή Μελαγχολία
Κρυφή της φύσης αιώνια χορηγός
πιστή εχθρός των αδυνάτων
όμως δική μου λύτρωση κι άριστος ουρανός
Σαν σύντροφος σε λάτρευα στα χιόνια
γλυκό νέκταρ θανάτου
σπονδές, σφαχτάρια όλα μου τα χρόνια
Εσύ για πάντα χθόνια
βασίλισσα σ' ανήκουστο παλάτι
πανέμορφη αιώνια
Ολύμπια ιέρεια της δύσης του εφιάλτη
ΘΕΛΗΣΗ
Μητέρα φίδι κοιμωμένη η θέλησή μου
στο στήθος μου αναπαύεται και παρακολουθεί
τις σκέψεις και τις πράξεις στη ζωή μου
κρίνοντας από ποιες θα ενοχληθεί.
Μ' εξαίσιους Απολλώνιους ήχους να την κοιμίζω
μην τύχει και τον Διόνυσο τυχαία οσφριστεί
καθώς μετά λεπτής βοήθειας θα χρήζω
αφού η άτιμη όταν εξοργισθεί
όσο επώδυνα κι ωμά θα το αξίζω
με δηλητήριο την καρδιά μου θα μεταχειριστεί
στο στήθος μου αναπαύεται και παρακολουθεί
τις σκέψεις και τις πράξεις στη ζωή μου
κρίνοντας από ποιες θα ενοχληθεί.
Μ' εξαίσιους Απολλώνιους ήχους να την κοιμίζω
μην τύχει και τον Διόνυσο τυχαία οσφριστεί
καθώς μετά λεπτής βοήθειας θα χρήζω
αφού η άτιμη όταν εξοργισθεί
όσο επώδυνα κι ωμά θα το αξίζω
με δηλητήριο την καρδιά μου θα μεταχειριστεί
ΝΩΡΙΣ ΕΙΠΩΜΕΝΑ
Φίδι αετός και άνθρωπος
σε μιαν αυγή δεμένα
Νέκταρ αλήθειας καρπός άκοπος
δαρμός και ηδονή στην πένα
Σίδηρος κοχλάζων πια ο οιωνός
καταιγίδας μυαλά διαλεγμένα
Άνεμος καθάριος, των νεκρών
θερίζει φρούτα σαπισμένα
Πετούμενες γυαλίζουν οι ακτίνες
του μέγα μεσημεριού
Αντιφεγγίζουν τη μεγάλη
τάφου σκαλισμένη πέτρα,
επάνω νικητήριες του ευγενή ασπίδες
του μέγα δολοφόνου κριαριού
Γελώντας κυνικά και πάλι
ηχούν θεϊκών επιταφίων μέτρα
Γέφυρα στερνή ενώνει δυο πατρίδες
σήμερα και αύριο ανθρώπου φυσικού
Ας είναι ανυπέρβλητα σωστά
ωμά λουσμένα με ανθρωπιάς το αίμα
αιώνες θα μαρτυρούν κρυμμένα
τυχαία πως ειπώθηκαν νωρίς
γι' αυτό και παρεξηγημένα
σε μιαν αυγή δεμένα
Νέκταρ αλήθειας καρπός άκοπος
δαρμός και ηδονή στην πένα
Σίδηρος κοχλάζων πια ο οιωνός
καταιγίδας μυαλά διαλεγμένα
Άνεμος καθάριος, των νεκρών
θερίζει φρούτα σαπισμένα
Πετούμενες γυαλίζουν οι ακτίνες
του μέγα μεσημεριού
Αντιφεγγίζουν τη μεγάλη
τάφου σκαλισμένη πέτρα,
επάνω νικητήριες του ευγενή ασπίδες
του μέγα δολοφόνου κριαριού
Γελώντας κυνικά και πάλι
ηχούν θεϊκών επιταφίων μέτρα
Γέφυρα στερνή ενώνει δυο πατρίδες
σήμερα και αύριο ανθρώπου φυσικού
Ας είναι ανυπέρβλητα σωστά
ωμά λουσμένα με ανθρωπιάς το αίμα
αιώνες θα μαρτυρούν κρυμμένα
τυχαία πως ειπώθηκαν νωρίς
γι' αυτό και παρεξηγημένα
Subscribe to:
Posts (Atom)