Tuesday, January 19, 2010


Ρευστές εικόνες ανταλλάσσουν
αποχρώσεις, μεταπηδώντας από
άβυσσο σε άβυσσο κραυγάζουν
ν' ακουστούν μες την ανία

Κλεισμένοι μάγοι σε φαράγγια
λουσμένοι με μια νυσταγμένη
λάμψη, υπολείμματα σωμάτων άγια
κι η αμφίεση ν' ανεμίζει απαστράπτουσα

Ενοχλητική σύγχυση αγνώστου
ποιότητας κι αιτίας να παιδεύει,
καθώς κάθε ματιά ξεβάφει
ότι αγγίζει, σαν ζάλη περιττεύει

Ανόητοι κι όξινοι αιωρούνται
οι ήχοι, με μια ειρωνεία
κι οι δειλοί σ' αυτό αρκούνται
εφ' όσον ενυπάρχει ευφορία

Μ' ένα αργό μπλε
να πλημμυρίζουνε το χώμα...


Καθάρια νόησις το σώμα αναδεύει
μες τα μεταξωτά πολύτιμα σεντόνια
ιονισμένος άνεμος απ' έξω τα χαϊδεύει
σε μια αιθέρια μοναξιά χωρίς καμιά υπόνοια

Έξω να βρέχει μίαν όξινη βροχή
έφτιαξα κέλυφος από το κεχριμπάρι
άλλοι το βλέπουν ανόσια φυλακή
εγώ τ' οσμίζομαι σαν άγριο θυμάρι

Εδώ η ατμόσφαιρα είναι ιδανική
χωρίς υπάλληλους και άμοιρους φαντάρους
εδώ η ευφράδεια είναι βασιλική
εδώ χρυσώνουμε τους τελευταίους φάρους

Πατήστε κόσμε το φοινικικό χαλί
αρκεί ν'αφήσετε τα λογικά υποδήματα
στη χώρα τ'ανεκπλήρωτου γιατί
καθώς θα θρέφουμε πολύτιμα ιζήματα

Sunday, January 17, 2010


Every morning, every night
mourning building a wave
drinking rotten dreams of the light
what a shame to be born
what a waste

When I address to all the sick
being unable to pick up the pace
all things about them are so weak
what a shame they don't understand
what a waste

All of you as I deceive
laughing inside this no good grave
and as a satyr I often freak
with you that think I'm still alive
what a shame


Something exists within the stagnant water
a charm inside the newly burnt forest
an attribute in that specific feather
the wind has broken being audacious modest

Such an inhuman feeling I brood
with every kind of decay
the darkest milk as fever's proof
opposite cheerfulness to nature's play

It must be feeding something I ignore
that may once come bathe into the light
the incubus people I strongly loathe
thus putting my soul in public sight

So pull me dead into my christening
in a distant port of my never
maybe I'll find my self comfortably sitting
inside the city of big ideas forever


Forgotten on a freezing sun
Sinking into a godless storm
where a lovesick dying man
survives by hopping in his home

With crutches made by a ghost of youth
and leader the strangest curse
guarding our first fall off the roof
pierced in pain by a quality scarce

I wish I'd die by a soldier death
getting erased from the bitter files
willing to rescue my fame that's left
fooled to be one of the knights